とろとろ

επίθετο, επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία παχύρρευστος, σιροπιαστός, πολτώδης
  2. 02 ονοματοποιία ασθενικά (για φλόγα), απαλά (π.χ. βράσιμο), σιγοβράζοντας
  3. 03 ονοματοποιία νυσταγμένος, λαγοκοιμισμένος
  4. 04 ονοματοποιία νωθρά, αργόσχολα