とんぼがえ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κωλοτούμπα
  2. 02 άμεση επιστροφή από έναν προορισμό αμέσως μετά την άφιξη, ταξίδι πήγαινε-έλα χωρίς διανυκτέρευση
  3. 03 απότομη αλλαγή κατεύθυνσης

Κλίση

Παρόν (απλό)
とんぼ返りする
Παρόν (ευγενικό)
とんぼ返りします
Άρνηση (απλή)
とんぼ返りしない
Άρνηση (ευγενική)
とんぼ返りしません
Παρελθόν (απλό)
とんぼ返りした
Παρελθόν (ευγενικό)
とんぼ返りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
とんぼ返りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
とんぼ返りしませんでした
Τε-μορφή
とんぼ返りして
Δυνητική
とんぼ返りできる
Προστακτική
とんぼ返りしろ
Βουλητική
とんぼ返りしよう
Υποθετική (ば)
とんぼ返りすれば