と思しい
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα θεωρούμενος ως, φαινόμενος ως
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- と思しい
- Παρόν (ευγενικό)
- と思しいです
- Άρνηση (απλή)
- と思しくない
- Άρνηση (ευγενική)
- と思しくないです
- Παρελθόν (απλό)
- と思しかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- と思しかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- と思しくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- と思しくなかったです
- Τε-μορφή
- と思しくて
- Υποθετική (ば)
- と思しければ
- Υποθετική (たら)
- と思しかったら