どうかした

άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμβαίνει κάτι;, τι τρέχει;, τι συμβαίνει;
  2. 02 ελάχιστος, απλός, ασήμαντος, κάποιος, τυχαίος, απρόσμενος

Παραδείγματα

  • どうかしたの?

    Συνέβη κάτι;

  • 顔色かおいろわるいけど、どうかしたの?

    Δεν φαίνεσαι καλά, μήπως συνέβη κάτι;

  • かれきゅうだまんでしまった。一体いったいなにどうかしたのだろうか。

    Ξαφνικά σώπασε. Άραγε τι να τον απασχολεί;