どうにか

επίρρημα, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 με κάποιον τρόπο, κατά κάποιον τρόπο, κάπως, μόλις και μετά βίας, οριακά

Παραδείγματα

  • テストはどうにかできた。

    Το τεστ το έκανα κάπως.

  • 時間じかんうように、どうにかはしつづけた。

    Συνέχισα να τρέχω, οριακά για να είμαι στην ώρα μου.

  • 突然とつぜんあらしにもかかわらず、ふねどうにかみなともどることができた。

    Παρά την ξαφνική καταιγίδα, το πλοίο κατάφερε να επιστρέψει στο λιμάνι.

Κλίση

Παρόν (απλό)
どうにかする
Παρόν (ευγενικό)
どうにかします
Άρνηση (απλή)
どうにかしない
Άρνηση (ευγενική)
どうにかしません
Παρελθόν (απλό)
どうにかした
Παρελθόν (ευγενικό)
どうにかしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
どうにかしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
どうにかしませんでした
Τε-μορφή
どうにかして
Δυνητική
どうにかできる
Προστακτική
どうにかしろ
Βουλητική
どうにかしよう
Υποθετική (ば)
どうにかすれば