どぎつい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη φανταχτερός, κραυγαλέος, επιδεικτικός, έντονος, τραχύς, ακραίος, βαρύς

Κλίση

Παρόν (απλό)
どぎつい
Παρόν (ευγενικό)
どぎついです
Άρνηση (απλή)
どぎつくない
Άρνηση (ευγενική)
どぎつくないです
Παρελθόν (απλό)
どぎつかった
Παρελθόν (ευγενικό)
どぎつかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
どぎつくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
どぎつくなかったです
Τε-μορφή
どぎつくて
Υποθετική (ば)
どぎつければ