どさくさ
ουσιαστικό, ρήμα, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σύγχυση, αναταραχή, ανακατωσούρα, ταραχή
- 02 ονοματοποιία σπάνιο τρέχω πανικόβλητος, ενεργώ σπασμωδικά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- どさくさする
- Παρόν (ευγενικό)
- どさくさします
- Άρνηση (απλή)
- どさくさしない
- Άρνηση (ευγενική)
- どさくさしません
- Παρελθόν (απλό)
- どさくさした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- どさくさしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- どさくさしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- どさくさしませんでした
- Τε-μορφή
- どさくさして
- Δυνητική
- どさくさできる
- Προστακτική
- どさくさしろ
- Βουλητική
- どさくさしよう
- Υποθετική (ば)
- どさくさすれば
- Υποθετική (たら)
- どさくさしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- どさくさしたい
- Απαγορευτική (~な)
- どさくさするな
- Προστακτική (ευγενική)
- どさくさしなさい
- Παθητική
- どさくさされる
- Αιτιατική
- どさくささせる