どさどさ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ρίψη πολλών αντικειμένων το ένα μετά το άλλο με πάταγο
  2. 02 μαζικά και ταυτόχρονα

Κλίση

Παρόν (απλό)
どさどさする
Παρόν (ευγενικό)
どさどさします
Άρνηση (απλή)
どさどさしない
Άρνηση (ευγενική)
どさどさしません
Παρελθόν (απλό)
どさどさした
Παρελθόν (ευγενικό)
どさどさしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
どさどさしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
どさどさしませんでした
Τε-μορφή
どさどさして
Δυνητική
どさどさできる
Προστακτική
どさどさしろ
Βουλητική
どさどさしよう
Υποθετική (ば)
どさどさすれば