どたどた
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία με θόρυβο (κυρίως για τον ήχο βαριών βημάτων)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- どたどたする
- Παρόν (ευγενικό)
- どたどたします
- Άρνηση (απλή)
- どたどたしない
- Άρνηση (ευγενική)
- どたどたしません
- Παρελθόν (απλό)
- どたどたした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- どたどたしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- どたどたしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- どたどたしませんでした
- Τε-μορφή
- どたどたして
- Δυνητική
- どたどたできる
- Προστακτική
- どたどたしろ
- Βουλητική
- どたどたしよう
- Υποθετική (ば)
- どたどたすれば
- Υποθετική (たら)
- どたどたしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- どたどたしたい
- Απαγορευτική (~な)
- どたどたするな
- Προστακτική (ευγενική)
- どたどたしなさい
- Παθητική
- どたどたされる
- Αιτιατική
- どたどたさせる