どっかり
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία πέφτω με δύναμη σε κάθισμα, αφήνω κάτι βαρύ με πάταγο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- どっかりする
- Παρόν (ευγενικό)
- どっかりします
- Άρνηση (απλή)
- どっかりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- どっかりしません
- Παρελθόν (απλό)
- どっかりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- どっかりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- どっかりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- どっかりしませんでした
- Τε-μορφή
- どっかりして
- Δυνητική
- どっかりできる
- Προστακτική
- どっかりしろ
- Βουλητική
- どっかりしよう
- Υποθετική (ば)
- どっかりすれば
- Υποθετική (たら)
- どっかりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- どっかりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- どっかりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- どっかりしなさい
- Παθητική
- どっかりされる
- Αιτιατική
- どっかりさせる