どっしり
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ογκώδης και βαρύς, μαζικός, συμπαγής, εύρωστος, ουσιώδης
- 02 ονοματοποιία αξιόπρεπος, επιβλητικός, συγκροτημένος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- どっしりする
- Παρόν (ευγενικό)
- どっしりします
- Άρνηση (απλή)
- どっしりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- どっしりしません
- Παρελθόν (απλό)
- どっしりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- どっしりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- どっしりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- どっしりしませんでした
- Τε-μορφή
- どっしりして
- Δυνητική
- どっしりできる
- Προστακτική
- どっしりしろ
- Βουλητική
- どっしりしよう
- Υποθετική (ば)
- どっしりすれば
- Υποθετική (たら)
- どっしりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- どっしりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- どっしりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- どっしりしなさい
- Παθητική
- どっしりされる
- Αιτιατική
- どっしりさせる