どやす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χτυπώ, δέρνω
  2. 02 φωνάζω σε κάποιον, βάζω τις φωνές

Κλίση

Παρόν (απλό)
どやす
Παρόν (ευγενικό)
どやします
Άρνηση (απλή)
どやさない
Άρνηση (ευγενική)
どやしません
Παρελθόν (απλό)
どやした
Παρελθόν (ευγενικό)
どやしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
どやさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
どやしませんでした
Τε-μορφή
どやして
Δυνητική
どやせる
Προστακτική
どやせ
Βουλητική
どやそう
Υποθετική (ば)
どやせば