どろっと
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία πηχτά, κολλώδη, παχύρρευστα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- どろっとする
- Παρόν (ευγενικό)
- どろっとします
- Άρνηση (απλή)
- どろっとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- どろっとしません
- Παρελθόν (απλό)
- どろっとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- どろっとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- どろっとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- どろっとしませんでした
- Τε-μορφή
- どろっとして
- Δυνητική
- どろっとできる
- Προστακτική
- どろっとしろ
- Βουλητική
- どろっとしよう
- Υποθετική (ば)
- どろっとすれば
- Υποθετική (たら)
- どろっとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- どろっとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- どろっとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- どろっとしなさい
- Παθητική
- どろっとされる
- Αιτιατική
- どろっとさせる