どんより
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία σκοτεινός, συννεφιασμένος, μουντός, γκρίζος
- 02 ονοματοποιία βαρύς, μολυβένιος, θαμπός, άτονος, γυάλινος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- どんよりする
- Παρόν (ευγενικό)
- どんよりします
- Άρνηση (απλή)
- どんよりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- どんよりしません
- Παρελθόν (απλό)
- どんよりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- どんよりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- どんよりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- どんよりしませんでした
- Τε-μορφή
- どんよりして
- Δυνητική
- どんよりできる
- Προστακτική
- どんよりしろ
- Βουλητική
- どんよりしよう
- Υποθετική (ば)
- どんよりすれば
- Υποθετική (たら)
- どんよりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- どんよりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- どんよりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- どんよりしなさい
- Παθητική
- どんよりされる
- Αιτιατική
- どんよりさせる