なだれ落おちる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γλιστρώ προς τα κάτω, κατακρημνίζομαι (για χιόνι κ.ά.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
なだれ落ちる
Παρόν (ευγενικό)
なだれ落ちます
Άρνηση (απλή)
なだれ落ちない
Άρνηση (ευγενική)
なだれ落ちません
Παρελθόν (απλό)
なだれ落ちた
Παρελθόν (ευγενικό)
なだれ落ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
なだれ落ちなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
なだれ落ちませんでした
Τε-μορφή
なだれ落ちて
Δυνητική
なだれ落ちられる
Προστακτική
なだれ落ちろ
Βουλητική
なだれ落ちよう
Υποθετική (ば)
なだれ落ちれば