なのである
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 είναι αναμφίβολα ότι..., μπορεί να πει κανείς με βεβαιότητα ότι είναι...
Παραδείγματα
-
これは本なのである。
Αυτό είναι σίγουρα ένα βιβλίο.
-
彼が来るのが遅いのは、仕事が忙しいからなのである。
Ο λόγος που αργεί είναι επειδή έχει πολλή δουλειά.
-
社会の変化に対応するためには、私たちの考え方を変革する必要があるからなのである。
Είναι αναμφίβολα απαραίτητο να μεταμορφώσουμε τον τρόπο σκέψης μας για να ανταποκριθούμε στις αλλαγές της κοινωνίας.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- なのである
- Παρόν (ευγενικό)
- なのであります
- Άρνηση (απλή)
- なのであらない
- Άρνηση (ευγενική)
- なのでありません
- Παρελθόν (απλό)
- なのであった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- なのでありました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- なのであらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- なのでありませんでした
- Τε-μορφή
- なのであって
- Δυνητική
- なのであれる
- Προστακτική
- なのであれ
- Βουλητική
- なのであろう
- Υποθετική (ば)
- なのであれば
- Υποθετική (たら)
- なのであったら
- Επιθυμητική (~たい)
- なのでありたい
- Απαγορευτική (~な)
- なのであるな
- Προστακτική (ευγενική)
- なのでありなさい
- Παθητική
- なのであられる
- Αιτιατική
- なのであらせる