にじり寄る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πλησιάζω σιγά σιγά συρόμενος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- にじり寄る
- Παρόν (ευγενικό)
- にじり寄ります
- Άρνηση (απλή)
- にじり寄らない
- Άρνηση (ευγενική)
- にじり寄りません
- Παρελθόν (απλό)
- にじり寄った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- にじり寄りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- にじり寄らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- にじり寄りませんでした
- Τε-μορφή
- にじり寄って
- Δυνητική
- にじり寄れる
- Προστακτική
- にじり寄れ
- Βουλητική
- にじり寄ろう
- Υποθετική (ば)
- にじり寄れば
- Υποθετική (たら)
- にじり寄ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- にじり寄りたい
- Απαγορευτική (~な)
- にじり寄るな
- Προστακτική (ευγενική)
- にじり寄りなさい
- Παθητική
- にじり寄られる
- Αιτιατική
- にじり寄らせる