にちゃにちゃ

επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία γλοιώδης

Κλίση

Παρόν (απλό)
にちゃにちゃする
Παρόν (ευγενικό)
にちゃにちゃします
Άρνηση (απλή)
にちゃにちゃしない
Άρνηση (ευγενική)
にちゃにちゃしません
Παρελθόν (απλό)
にちゃにちゃした
Παρελθόν (ευγενικό)
にちゃにちゃしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
にちゃにちゃしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
にちゃにちゃしませんでした
Τε-μορφή
にちゃにちゃして
Δυνητική
にちゃにちゃできる
Προστακτική
にちゃにちゃしろ
Βουλητική
にちゃにちゃしよう
Υποθετική (ば)
にちゃにちゃすれば