にっこり笑う
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χαμογελώ πλατιά, χαμογελώ ευδιάθετα
Παραδείγματα
-
彼女は私に向かって、にっこり笑った。
Μου χαμογέλασε πλατιά.
-
幼い子どもが、おもちゃを見つけてにっこり笑った顔は、見ているこちらまで幸せな気持ちになった。
Το πλατύ χαμόγελο του μικρού παιδιού όταν βρήκε το παιχνίδι του, έκανε κι εμένα να νιώσω χαρούμενος.
-
緊張していた私を安心させるように、先生は優しくにっこり笑って、「大丈夫だよ」と言ってくれた。
Για να με καθησυχάσει, καθώς ήμουν αγχωμένη, ο δάσκαλος μου χαμογέλασε πλατιά και μου είπε «Όλα θα πάνε καλά».
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- にっこり笑う
- Παρόν (ευγενικό)
- にっこり笑います
- Άρνηση (απλή)
- にっこり笑わない
- Άρνηση (ευγενική)
- にっこり笑いません
- Παρελθόν (απλό)
- にっこり笑った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- にっこり笑いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- にっこり笑わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- にっこり笑いませんでした
- Τε-μορφή
- にっこり笑って
- Δυνητική
- にっこり笑える
- Προστακτική
- にっこり笑え
- Βουλητική
- にっこり笑おう
- Υποθετική (ば)
- にっこり笑えば
- Υποθετική (たら)
- にっこり笑ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- にっこり笑いたい
- Απαγορευτική (~な)
- にっこり笑うな
- Προστακτική (ευγενική)
- にっこり笑いなさい
- Παθητική
- にっこり笑われる
- Αιτιατική
- にっこり笑わせる