にっちもさっちも行いかない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αδιέξοδος, στριμωγμένος, σε αδιέξοδο (όταν δεν υπάρχει διέξοδος ή λύση)

Κλίση

Παρόν (απλό)
にっちもさっちも行かない
Παρόν (ευγενικό)
にっちもさっちも行かないです
Άρνηση (απλή)
にっちもさっちも行かなくない
Άρνηση (ευγενική)
にっちもさっちも行かなくないです
Παρελθόν (απλό)
にっちもさっちも行かなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
にっちもさっちも行かなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
にっちもさっちも行かなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
にっちもさっちも行かなくなかったです
Τε-μορφή
にっちもさっちも行かなくて
Υποθετική (ば)
にっちもさっちも行かなければ