にゃんにゃん
επιφώνημα, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία νιαούρισμα
- 02 παιδικό γάτα
- 03 αργκό σεξουαλική επαφή, ερωτικές περιπτύξεις
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- にゃんにゃんする
- Παρόν (ευγενικό)
- にゃんにゃんします
- Άρνηση (απλή)
- にゃんにゃんしない
- Άρνηση (ευγενική)
- にゃんにゃんしません
- Παρελθόν (απλό)
- にゃんにゃんした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- にゃんにゃんしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- にゃんにゃんしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- にゃんにゃんしませんでした
- Τε-μορφή
- にゃんにゃんして
- Δυνητική
- にゃんにゃんできる
- Προστακτική
- にゃんにゃんしろ
- Βουλητική
- にゃんにゃんしよう
- Υποθετική (ば)
- にゃんにゃんすれば
- Υποθετική (たら)
- にゃんにゃんしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- にゃんにゃんしたい
- Απαγορευτική (~な)
- にゃんにゃんするな
- Προστακτική (ευγενική)
- にゃんにゃんしなさい
- Παθητική
- にゃんにゃんされる
- Αιτιατική
- にゃんにゃんさせる