にゅるっと
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία με μια συστροφή, με γλοιώδη τρόπο, δειλά, διστακτικά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- にゅるっとする
- Παρόν (ευγενικό)
- にゅるっとします
- Άρνηση (απλή)
- にゅるっとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- にゅるっとしません
- Παρελθόν (απλό)
- にゅるっとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- にゅるっとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- にゅるっとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- にゅるっとしませんでした
- Τε-μορφή
- にゅるっとして
- Δυνητική
- にゅるっとできる
- Προστακτική
- にゅるっとしろ
- Βουλητική
- にゅるっとしよう
- Υποθετική (ば)
- にゅるっとすれば
- Υποθετική (たら)
- にゅるっとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- にゅるっとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- にゅるっとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- にゅるっとしなさい
- Παθητική
- にゅるっとされる
- Αιτιατική
- にゅるっとさせる