にょろにょろ

επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία νωχελικά, ελικοειδώς, γλιστρώντας και τρεμούλιαστα

Κλίση

Παρόν (απλό)
にょろにょろする
Παρόν (ευγενικό)
にょろにょろします
Άρνηση (απλή)
にょろにょろしない
Άρνηση (ευγενική)
にょろにょろしません
Παρελθόν (απλό)
にょろにょろした
Παρελθόν (ευγενικό)
にょろにょろしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
にょろにょろしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
にょろにょろしませんでした
Τε-μορφή
にょろにょろして
Δυνητική
にょろにょろできる
Προστακτική
にょろにょろしろ
Βουλητική
にょろにょろしよう
Υποθετική (ば)
にょろにょろすれば