に於いて
άλλο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα σε (χρόνο ή τόπο), κατά, πάνω σε
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα σε (κατάσταση, θέμα, κ.λπ.), πάνω σε (σημείο), όσον αφορά, σχετικά με, ως προς, όσον αφορά το
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα εκ μέρους, υπό την εξουσία, εν ονόματι