ぬっと

επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ξαφνικά (εμφανίζομαι, προεξέχω κ.λπ.), απότομα (συμβαίνω), απροσδόκητα, προβάλλω επιβλητικά (π.χ. μέσα από το σκοτάδι)
  2. 02 ονοματοποιία (στέκομαι) ακίνητα και ανέκφραστα, επιβλητικά, απειλητικά
  3. 03 ονοματοποιία ξαφνικά (σηκώνομαι όρθιος), απότομα (εγείρομαι)