ぬらぬら

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία γλοιώδης, ολισθηρός
  2. 02 ονοματοποιία απαρχαιωμένο αργός, με αργές κινήσεις

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぬらぬらする
Παρόν (ευγενικό)
ぬらぬらします
Άρνηση (απλή)
ぬらぬらしない
Άρνηση (ευγενική)
ぬらぬらしません
Παρελθόν (απλό)
ぬらぬらした
Παρελθόν (ευγενικό)
ぬらぬらしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぬらぬらしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぬらぬらしませんでした
Τε-μορφή
ぬらぬらして
Δυνητική
ぬらぬらできる
Προστακτική
ぬらぬらしろ
Βουλητική
ぬらぬらしよう
Υποθετική (ば)
ぬらぬらすれば