ねじを巻く
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κουρδίζω (π.χ. ένα ρολόι)
- 02 ιδιωματισμός δίνω ώθηση, παρακινώ κάποιον να βάλει σε τάξη τη ζωή του ή τη δουλειά του
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ねじを巻く
- Παρόν (ευγενικό)
- ねじを巻きます
- Άρνηση (απλή)
- ねじを巻かない
- Άρνηση (ευγενική)
- ねじを巻きません
- Παρελθόν (απλό)
- ねじを巻いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ねじを巻きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ねじを巻かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ねじを巻きませんでした
- Τε-μορφή
- ねじを巻いて
- Δυνητική
- ねじを巻ける
- Προστακτική
- ねじを巻け
- Βουλητική
- ねじを巻こう
- Υποθετική (ば)
- ねじを巻けば
- Υποθετική (たら)
- ねじを巻いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ねじを巻きたい
- Απαγορευτική (~な)
- ねじを巻くな
- Προστακτική (ευγενική)
- ねじを巻きなさい
- Παθητική
- ねじを巻かれる
- Αιτιατική
- ねじを巻かせる