ねじ伏せる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 στρίβω το χέρι κάποιου και τον ρίχνω στο έδαφος, ακινητοποιώ κάποιον στρίβοντας το χέρι του, παλεύω με κάποιον μέχρι να τον ρίξω στο πάτωμα
- 02 αναγκάζω κάποιον να υποχωρήσει (π.χ. σε μια διαφωνία), εξαναγκάζω κάποιον σε παράδοση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ねじ伏せる
- Παρόν (ευγενικό)
- ねじ伏せます
- Άρνηση (απλή)
- ねじ伏せない
- Άρνηση (ευγενική)
- ねじ伏せません
- Παρελθόν (απλό)
- ねじ伏せた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ねじ伏せました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ねじ伏せなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ねじ伏せませんでした
- Τε-μορφή
- ねじ伏せて
- Δυνητική
- ねじ伏せられる
- Προστακτική
- ねじ伏せろ
- Βουλητική
- ねじ伏せよう
- Υποθετική (ば)
- ねじ伏せれば
- Υποθετική (たら)
- ねじ伏せたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ねじ伏せたい
- Απαγορευτική (~な)
- ねじ伏せるな
- Προστακτική (ευγενική)
- ねじ伏せなさい
- Παθητική
- ねじ伏せられる
- Αιτιατική
- ねじ伏せさせる