ねじ切る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποκόπτω με στρίψιμο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ねじ切る
- Παρόν (ευγενικό)
- ねじ切ります
- Άρνηση (απλή)
- ねじ切らない
- Άρνηση (ευγενική)
- ねじ切りません
- Παρελθόν (απλό)
- ねじ切った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ねじ切りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ねじ切らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ねじ切りませんでした
- Τε-μορφή
- ねじ切って
- Δυνητική
- ねじ切れる
- Προστακτική
- ねじ切れ
- Βουλητική
- ねじ切ろう
- Υποθετική (ば)
- ねじ切れば
- Υποθετική (たら)
- ねじ切ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- ねじ切りたい
- Απαγορευτική (~な)
- ねじ切るな
- Προστακτική (ευγενική)
- ねじ切りなさい
- Παθητική
- ねじ切られる
- Αιτιατική
- ねじ切らせる