ねじ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βιδώνω
  2. 02 ωθώ μέσα, σπρώχνω μέσα, χώνω, στριμώχνω (π.χ. σε μια συνάντηση)
  3. 03 διαμαρτύρομαι (και επιδιώκω επανόρθωση), παραπονιέμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
ねじ込む
Παρόν (ευγενικό)
ねじ込みます
Άρνηση (απλή)
ねじ込まない
Άρνηση (ευγενική)
ねじ込みません
Παρελθόν (απλό)
ねじ込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
ねじ込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ねじ込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ねじ込みませんでした
Τε-μορφή
ねじ込んで
Δυνητική
ねじ込める
Προστακτική
ねじ込め
Βουλητική
ねじ込もう
Υποθετική (ば)
ねじ込めば