ねんね
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παιδικό πάω για νάνι, πέφτω για ύπνο
- 02 μωρό, νινί
- 03 παιδιαρίστικο άτομο (ιδίως νεαρή γυναίκα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ねんねする
- Παρόν (ευγενικό)
- ねんねします
- Άρνηση (απλή)
- ねんねしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ねんねしません
- Παρελθόν (απλό)
- ねんねした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ねんねしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ねんねしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ねんねしませんでした
- Τε-μορφή
- ねんねして
- Δυνητική
- ねんねできる
- Προστακτική
- ねんねしろ
- Βουλητική
- ねんねしよう
- Υποθετική (ば)
- ねんねすれば
- Υποθετική (たら)
- ねんねしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ねんねしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ねんねするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ねんねしなさい
- Παθητική
- ねんねされる
- Αιτιατική
- ねんねさせる