のけものにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποκλείω, αποφεύγω, αγνοώ, αφήνω εκτός, εξοστρακίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
のけ者にする
Παρόν (ευγενικό)
のけ者にします
Άρνηση (απλή)
のけ者にしない
Άρνηση (ευγενική)
のけ者にしません
Παρελθόν (απλό)
のけ者にした
Παρελθόν (ευγενικό)
のけ者にしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
のけ者にしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
のけ者にしませんでした
Τε-μορφή
のけ者にして
Δυνητική
のけ者にできる
Προστακτική
のけ者にしろ
Βουλητική
のけ者にしよう
Υποθετική (ば)
のけ者にすれば