のた打ち回る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σπαρταρώ από τον πόνο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- のた打ち回る
- Παρόν (ευγενικό)
- のた打ち回ります
- Άρνηση (απλή)
- のた打ち回らない
- Άρνηση (ευγενική)
- のた打ち回りません
- Παρελθόν (απλό)
- のた打ち回った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- のた打ち回りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- のた打ち回らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- のた打ち回りませんでした
- Τε-μορφή
- のた打ち回って
- Δυνητική
- のた打ち回れる
- Προστακτική
- のた打ち回れ
- Βουλητική
- のた打ち回ろう
- Υποθετική (ば)
- のた打ち回れば
- Υποθετική (たら)
- のた打ち回ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- のた打ち回りたい
- Απαγορευτική (~な)
- のた打ち回るな
- Προστακτική (ευγενική)
- のた打ち回りなさい
- Παθητική
- のた打ち回られる
- Αιτιατική
- のた打ち回らせる