のっそり
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία νωχελικά, αργά, βαριά, με δυσκίνητο τρόπο
- 02 ονοματοποιία ατάραχα (στεκόμενος), απαθώς
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- のっそりする
- Παρόν (ευγενικό)
- のっそりします
- Άρνηση (απλή)
- のっそりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- のっそりしません
- Παρελθόν (απλό)
- のっそりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- のっそりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- のっそりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- のっそりしませんでした
- Τε-μορφή
- のっそりして
- Δυνητική
- のっそりできる
- Προστακτική
- のっそりしろ
- Βουλητική
- のっそりしよう
- Υποθετική (ば)
- のっそりすれば
- Υποθετική (たら)
- のっそりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- のっそりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- のっそりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- のっそりしなさい
- Παθητική
- のっそりされる
- Αιτιατική
- のっそりさせる