のっぺり

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία άχαρο (πρόσωπο), ανέκφραστο, επίπεδο, κενό, λείο
  2. 02 ονοματοποιία επίπεδο (έδαφος), λείο

Κλίση

Παρόν (απλό)
のっぺりする
Παρόν (ευγενικό)
のっぺりします
Άρνηση (απλή)
のっぺりしない
Άρνηση (ευγενική)
のっぺりしません
Παρελθόν (απλό)
のっぺりした
Παρελθόν (ευγενικό)
のっぺりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
のっぺりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
のっぺりしませんでした
Τε-μορφή
のっぺりして
Δυνητική
のっぺりできる
Προστακτική
のっぺりしろ
Βουλητική
のっぺりしよう
Υποθετική (ば)
のっぺりすれば