のめす

ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναγκάζω κάποιον να πέσει μπροστά
  2. 02 κάνω κάτι διεξοδικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
のめす
Παρόν (ευγενικό)
のめします
Άρνηση (απλή)
のめさない
Άρνηση (ευγενική)
のめしません
Παρελθόν (απλό)
のめした
Παρελθόν (ευγενικό)
のめしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
のめさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
のめしませんでした
Τε-μορφή
のめして
Δυνητική
のめせる
Προστακτική
のめせ
Βουλητική
のめそう
Υποθετική (ば)
のめせば