のめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πέφτω μπροστά (για άτομο), σωριάζομαι μπροστά

Παραδείγματα

  • あやうくめるところだった。

    Λίγο έλειψε να πέσω μπροστά.

  • 疲労ひろうがピークにたっし、足元あしもとがふらつき、あわやのめそうになった。

    Η κούραση έφτασε στο αποκορύφωμά της, τα πόδια μου ήταν ασταθή και παραλίγο να σωριαστώ.

  • さけいきおいで足元あしもとがおぼつかなくなり、道端みちばた派手はでのめってしまったが、さいわいにもおおきな怪我けがはなかった。

    Λόγω του ποτού, τα πόδια μου έγιναν ασταθή και έπεσα άσχημα στην άκρη του δρόμου, αλλά ευτυχώς δεν έπαθα σοβαρό τραυματισμό.

Κλίση

Παρόν (απλό)
のめる
Παρόν (ευγενικό)
のめります
Άρνηση (απλή)
のめらない
Άρνηση (ευγενική)
のめりません
Παρελθόν (απλό)
のめった
Παρελθόν (ευγενικό)
のめりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
のめらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
のめりませんでした
Τε-μορφή
のめって
Δυνητική
のめれる
Προστακτική
のめれ
Βουλητική
のめろう
Υποθετική (ば)
のめれば