のろのろ
επίρρημα, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία αργά, νωχελικά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- のろのろする
- Παρόν (ευγενικό)
- のろのろします
- Άρνηση (απλή)
- のろのろしない
- Άρνηση (ευγενική)
- のろのろしません
- Παρελθόν (απλό)
- のろのろした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- のろのろしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- のろのろしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- のろのろしませんでした
- Τε-μορφή
- のろのろして
- Δυνητική
- のろのろできる
- Προστακτική
- のろのろしろ
- Βουλητική
- のろのろしよう
- Υποθετική (ば)
- のろのろすれば
- Υποθετική (たら)
- のろのろしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- のろのろしたい
- Απαγορευτική (~な)
- のろのろするな
- Προστακτική (ευγενική)
- のろのろしなさい
- Παθητική
- のろのろされる
- Αιτιατική
- のろのろさせる