のんびり

επίρρημα, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία άνετα, χαλαρά, ανέμελα, ήσυχα, ειρηνικά
  2. 02 χαλαρώνω, ξεκουράζομαι

Παραδείγματα

  • きょうはいえのんびりします

    Σήμερα θα χαλαρώσω στο σπίτι.

  • 休日きゅうじつ時間じかんにせず、のんびりごしたいです。

    Τις αργίες θέλω να περνάω τον χρόνο μου χαλαρά, χωρίς να κοιτάω το ρολόι.

  • 早朝そうちょうのカフェで、ながれる音楽おんがくきながら、ほんんでのんびりするのがわたしちいさなしあわせです。

    Να χαλαρώνω διαβάζοντας ένα βιβλίο σε ένα καφέ νωρίς το πρωί, ακούγοντας την απαλή μουσική, είναι η μικρή μου ευτυχία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
のんびりする
Παρόν (ευγενικό)
のんびりします
Άρνηση (απλή)
のんびりしない
Άρνηση (ευγενική)
のんびりしません
Παρελθόν (απλό)
のんびりした
Παρελθόν (ευγενικό)
のんびりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
のんびりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
のんびりしませんでした
Τε-μορφή
のんびりして
Δυνητική
のんびりできる
Προστακτική
のんびりしろ
Βουλητική
のんびりしよう
Υποθετική (ば)
のんびりすれば