はぐらかす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποφεύγω (π.χ. μια ερώτηση), υπεκφεύγω, παρακάμπτω
  2. 02 ξεγλιστρώ (από κάποιον), την κοπανάω

Παραδείγματα

  • その質問しつもんはぐらかす

    Αποφεύγει την ερώτηση.

  • かれわたし視線しせんはぐらかしてこたえなかった。

    Απέφυγε το βλέμμα μου και δεν απάντησε.

  • 彼女かのじょ不都合ふつごう真実しんじつはぐらかすのがとてもうまかったので、だれもそのことに気付きづかなかった。

    Ήταν τόσο καλή στο να αποφεύγει την άβολη αλήθεια που κανείς δεν το κατάλαβε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
はぐらかす
Παρόν (ευγενικό)
はぐらかします
Άρνηση (απλή)
はぐらかさない
Άρνηση (ευγενική)
はぐらかしません
Παρελθόν (απλό)
はぐらかした
Παρελθόν (ευγενικό)
はぐらかしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
はぐらかさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
はぐらかしませんでした
Τε-μορφή
はぐらかして
Δυνητική
はぐらかせる
Προστακτική
はぐらかせ
Βουλητική
はぐらかそう
Υποθετική (ば)
はぐらかせば