はためく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανεμίζω (π.χ. μια σημαία), κυματίζω
  2. 02 επίσημο αντηχώ (π.χ. βροντή), ηχώ δυνατά

Κλίση

Παρόν (απλό)
はためく
Παρόν (ευγενικό)
はためきます
Άρνηση (απλή)
はためかない
Άρνηση (ευγενική)
はためきません
Παρελθόν (απλό)
はためいた
Παρελθόν (ευγενικό)
はためきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
はためかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
はためきませんでした
Τε-μορφή
はためいて
Δυνητική
はためける
Προστακτική
はためけ
Βουλητική
はためこう
Υποθετική (ば)
はためけば