はちれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα γεμίζω μέχρι σκασμού, παραφουσκώνω
  2. 02 σκάω

Κλίση

Παρόν (απλό)
はち切れる
Παρόν (ευγενικό)
はち切れます
Άρνηση (απλή)
はち切れない
Άρνηση (ευγενική)
はち切れません
Παρελθόν (απλό)
はち切れた
Παρελθόν (ευγενικό)
はち切れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
はち切れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
はち切れませんでした
Τε-μορφή
はち切れて
Δυνητική
はち切れられる
Προστακτική
はち切れろ
Βουλητική
はち切れよう
Υποθετική (ば)
はち切れれば