はっちゃける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη διασκεδάζω και ξεχνώ τις έγνοιες μου, κάνω ό,τι μου αρέσει

Κλίση

Παρόν (απλό)
はっちゃける
Παρόν (ευγενικό)
はっちゃけます
Άρνηση (απλή)
はっちゃけない
Άρνηση (ευγενική)
はっちゃけません
Παρελθόν (απλό)
はっちゃけた
Παρελθόν (ευγενικό)
はっちゃけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
はっちゃけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
はっちゃけませんでした
Τε-μορφή
はっちゃけて
Δυνητική
はっちゃけられる
Προστακτική
はっちゃけろ
Βουλητική
はっちゃけよう
Υποθετική (ば)
はっちゃければ