はっと
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ξαφνικά, με έκπληξη
- 02 ονοματοποιία ακαριαία (συνειδητοποιώ, θυμάμαι κ.λπ.), απρόσμενα
- 03 ονοματοποιία με ένα φύσημα, ξεφυσώντας
- 04 ονοματοποιία απαρχαιωμένο ξαφνικά (για κίνηση ή αλλαγή)
- 05 ονοματοποιία αρχαϊκό εντυπωσιακά, φανταχτερά, κραυγαλέα
Παραδείγματα
-
その音に、はっとしました。
Από τον ήχο, ξαφνιάστηκα.
-
私は彼の一言ではっと我に返りました。
Επέστρεψα στην πραγματικότητα ξαφνικά με μία λέξη του.
-
美しい光景に出会い、はっと息をのむ思いでした。
Συνάντησα μια πανέμορφη σκηνή και μου κόπηκε η ανάσα από έκπληξη.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- はっとする
- Παρόν (ευγενικό)
- はっとします
- Άρνηση (απλή)
- はっとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- はっとしません
- Παρελθόν (απλό)
- はっとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- はっとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- はっとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- はっとしませんでした
- Τε-μορφή
- はっとして
- Δυνητική
- はっとできる
- Προστακτική
- はっとしろ
- Βουλητική
- はっとしよう
- Υποθετική (ば)
- はっとすれば
- Υποθετική (たら)
- はっとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- はっとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- はっとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- はっとしなさい
- Παθητική
- はっとされる
- Αιτιατική
- はっとさせる