はまり込む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εφαρμόζω σφιχτά, εγκλωβίζομαι σε, παγιδεύομαι σε, βουλιάζω μέσα σε
- 02 μπλέκω σε μια κατάσταση, εμπλέκομαι βαθιά σε, εθίζομαι σε, ξεμυαλίζομαι από κάποιον
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- はまり込む
- Παρόν (ευγενικό)
- はまり込みます
- Άρνηση (απλή)
- はまり込まない
- Άρνηση (ευγενική)
- はまり込みません
- Παρελθόν (απλό)
- はまり込んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- はまり込みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- はまり込まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- はまり込みませんでした
- Τε-μορφή
- はまり込んで
- Δυνητική
- はまり込める
- Προστακτική
- はまり込め
- Βουλητική
- はまり込もう
- Υποθετική (ば)
- はまり込めば
- Υποθετική (たら)
- はまり込んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- はまり込みたい
- Απαγορευτική (~な)
- はまり込むな
- Προστακτική (ευγενική)
- はまり込みなさい
- Παθητική
- はまり込まれる
- Αιτιατική
- はまり込ませる