はみ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προεξέχω, εξέχω, ξεπροβάλλω, περισσεύω
  2. 02 εκτοπίζομαι, απωθούμαι, εξωθούμαι λόγω συνωστισμού
  3. 03 ξεπερνώ (π.χ. προϋπολογισμό), υπερβαίνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
はみ出る
Παρόν (ευγενικό)
はみ出ます
Άρνηση (απλή)
はみ出ない
Άρνηση (ευγενική)
はみ出ません
Παρελθόν (απλό)
はみ出た
Παρελθόν (ευγενικό)
はみ出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
はみ出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
はみ出ませんでした
Τε-μορφή
はみ出て
Δυνητική
はみ出られる
Προστακτική
はみ出ろ
Βουλητική
はみ出よう
Υποθετική (ば)
はみ出れば