はやしてる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επευφημώ, χειροκροτώ
  2. 02 αποδοκιμάζω, χλευάζω, κοροϊδεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
はやし立てる
Παρόν (ευγενικό)
はやし立てます
Άρνηση (απλή)
はやし立てない
Άρνηση (ευγενική)
はやし立てません
Παρελθόν (απλό)
はやし立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
はやし立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
はやし立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
はやし立てませんでした
Τε-μορφή
はやし立てて
Δυνητική
はやし立てられる
Προστακτική
はやし立てろ
Βουλητική
はやし立てよう
Υποθετική (ば)
はやし立てれば