ばさばさ
επίρρημα, ρήμα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία θρόισμα, χτύπημα φτερών, πέταγμα
- 02 ονοματοποιία ατημέλητος (μαλλιά κ.λπ.), ακατάστατος, απεριποίητος
- 03 ονοματοποιία ξηρός
- 04 ονοματοποιία αποφασιστικά, με μια δυνατή κίνηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ばさばさする
- Παρόν (ευγενικό)
- ばさばさします
- Άρνηση (απλή)
- ばさばさしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ばさばさしません
- Παρελθόν (απλό)
- ばさばさした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ばさばさしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ばさばさしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ばさばさしませんでした
- Τε-μορφή
- ばさばさして
- Δυνητική
- ばさばさできる
- Προστακτική
- ばさばさしろ
- Βουλητική
- ばさばさしよう
- Υποθετική (ば)
- ばさばさすれば
- Υποθετική (たら)
- ばさばさしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ばさばさしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ばさばさするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ばさばさしなさい
- Παθητική
- ばさばさされる
- Αιτιατική
- ばさばささせる