ばっか
μόριο | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθομιλουμένη μόνο, αποκλειστικά, τίποτα άλλο παρά, το πολύ
Παραδείγματα
-
ゲームばっかします。
Παίζω μόνο παιχνίδια.
-
毎日、ゲームばっかしていると、勉強ができなくなりますよ。
Αν παίζεις μόνο παιχνίδια κάθε μέρα, δεν θα μπορείς να διαβάσεις.
-
将来のことを考えず、今の楽しさばっか追い求めていると、後悔することになりますよ。
Αν κυνηγάς μόνο την παροντική ευχαρίστηση χωρίς να σκέφτεσαι το μέλλον, θα το μετανιώσεις.