ばっくれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη προσποιούμαι άγνοια, κάνω τον ανήξερο
  2. 02 καθομιλουμένη αποφεύγω τις ευθύνες μου, το σκάω, εξαφανίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
ばっくれる
Παρόν (ευγενικό)
ばっくれます
Άρνηση (απλή)
ばっくれない
Άρνηση (ευγενική)
ばっくれません
Παρελθόν (απλό)
ばっくれた
Παρελθόν (ευγενικό)
ばっくれました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ばっくれなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ばっくれませんでした
Τε-μορφή
ばっくれて
Δυνητική
ばっくれられる
Προστακτική
ばっくれろ
Βουλητική
ばっくれよう
Υποθετική (ば)
ばっくれれば